δογματολογία


δογματολογία
η (AM δογματολογία)
1. πραγματεία σχετική με τα δόγματα
2. η επιστήμη που ασχολείται με τα δόγματα, η δογματική.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • δογματολογία — η 1) изложение теории, учения; 2) догматика …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • δογματολογίας — δογματολογίᾱς , δογματολογία expounding of a doctrine fem acc pl δογματολογίᾱς , δογματολογία expounding of a doctrine fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -λογία — (AM λογία) β συνθετικό αφηρημένων θηλυκών ονομάτων που σχηματίστηκαν από ονόματα σε λόγος ή από ρ. σε λογώ και ανάγονται στο ρ. λέγω είτε με τη σημασία τού «μιλώ», άρα και τού «ασχολούμαι με κάτι» (πρβλ. αερολογία, ευφυολογία, φιλολογία), είτε με …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.